Φίλιππος

Φίλιππος
Филипп

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Φίλιππος" в других словарях:

  • Φίλιππος — ο Филипп – 1) имя некоторых святых Православной Церкви. Наиболее почитаемым из них является апостол от 12 ти, ученик Христа; ΦΡ. βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ, см. Ναθαναήλ ; 2) мужское имя Этим. «любящий лошадей» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Φίλιππος — fond of horses masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φίλιππος — fond of horses masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φίλιππος — I Όνομα 5 βασιλιάδων της Μακεδονίας. 1. Φ. A’. Γιος του Αργαίου και πατέρας του Αερόπου, τρίτος ή έκτος βασιλιάς της Μακεδονίας. Βασίλεψε από το 621 έως το 588 π.Χ., και έπεσε πολεμώντας εναντίον των Ιλλυριών. 2. Φ. B’. Πατέρας του Μεγάλου… …   Dictionary of Greek

  • φίλιππος, -η — ο 1. αυτός που αγαπάει τους ίππους, που λατρεύει την ιππασία: Η φίλιππη εταιρεία. 2. το αρσ. ως κύρ. όν., Φίλιππος και Φίλιππας (θηλ. Φιλίππα) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Φίλιππος Ισότης — (Philippe Egalite, όνομα που πήρε το 1792 ο Λουδοβίκος Φίλιππος Ιωσήφ δούκας της Ορλεάνης, Σαιν Κλου 1747 – Παρίσι 1793). Γάλλος πολιτικός. Ακολουθώντας το στρατιωτικό επάγγελμα, πολέμησε γενναία υπό τις διαταγές του κόμη του Ορβιλιέ στη μάχη του …   Dictionary of Greek

  • Φίλιππος Μάρκος Ιούλιος — (Βόστρα, Ιδουμαία; – Βερόνα 249). Αυτοκράτορας της Ρώμης (244 – 249). Αναφέρεται και ως Φ.Μ.I. ο Άραβας. Μετά την κατάταξή του στον ρωμαϊκό στρατό έγινε ανώτατος αξιωματικός κατά την εκστρατεία του Γορδιανού Γ’ ενάντια στους Πέρσες. Τότε εξελέγη… …   Dictionary of Greek

  • Φίλιππος-Μαρία Βισκόντι — (Filippo Maria Visconti, Μιλάνο 1392 – 1447). Γιος του Τζιαν Γκαλεάτσο και της Αικατερίνης Βισκόντι, ήταν αρχικά κόμης της Παβία, την οποία κληρονόμησε από τον πατέρα του, και σε ηλικία μόλις είκοσι ετών διαδέχθηκε τον αδελφό του Τζιοβάνι Μαρία… …   Dictionary of Greek

  • Γουλ, Φίλιππος — (15ος αι.).Κύπριος ζωγράφος. Έγινε γνωστός από τις τοιχογραφίες στον Άγιο Μάμα Λουβαρά, στον Σταυρό στο Αγιασμάτι (1465) και στον ναό του Σωτήρα στο Παλαιοχωριό (1466). Ζωγράφος λαϊκότερης τεχνοτροπίας, μετέφερε συχνά σε αυτήν σύγχρονά του… …   Dictionary of Greek

  • Ζαλώνης, Μάρκος Φίλιππος — (Τήνος 1782 – ;). Ιατροφιλόσοφος. Σπούδασε ιατρική στο Παρίσι και αναγορεύτηκε διδάκτορας για την ιστορικο ανθρωπολογική μελέτη του Ταξίδιον εις Τήνον (1809). Διετέλεσε γιατρός του μεγάλου βεζίρη Γιουσούφ και άσκησε το λειτούργημα του γιατρού… …   Dictionary of Greek

  • Ηλιού, Φίλιππος — (1931 –). Ιστορικός. Γιος του πολιτικού της Αριστεράς Ηλία Ηλίου, σπούδασε ιστορία στο Παρίσι. Από το 1983 εκδίδει μαζί με τον Σπύρο Ασδραχά και τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο το περιοδικό Ιστορικά. Είναι πρωτεργάτης και πρόεδρος των ΑΣΚΙ (Αρχεία… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»